επαναστατικότητα

η
το να είναι κάποιος επαναστάτης ή επαναστατικός, η ριζοσπαστικότητα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επαναστατικότητα — η το να είναι κάτι ή κάποιος επαναστάτης ή επαναστατικός, ριζοσπαστικότητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Φαίδρος — I Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Μαθητής του Σωκράτη, γνωστός από τους πλατωνικούς διαλόγους. Υπήρξε και μαθητής του Λυσία. 2. Επικούρειος φιλόσοφος, που διακρίθηκε στα τέλη του 2ου και στις αρχές του 1ου αι. π.Χ. Ήταν μαθητής του Ζήνωνα του… …   Dictionary of Greek

  • παναμάς — I O Παναμάς καταλαμβάνει το πιο στενό τμήμα του κεντροαμερικανικού ισθμού και προχωρεί σε σχήμα «S» από τη μεθόριο με την Kόστα Pίκα στα δυτικά ώς τη μεθόριο με την Kολομβία στα ανατολικά. Tα πιο διαμήκη σύνορα της χώρας όμως είναι τα φυσικά, που …   Dictionary of Greek

  • φαιδρός — I Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Μαθητής του Σωκράτη, γνωστός από τους πλατωνικούς διαλόγους. Υπήρξε και μαθητής του Λυσία. 2. Επικούρειος φιλόσοφος, που διακρίθηκε στα τέλη του 2ου και στις αρχές του 1ου αι. π.Χ. Ήταν μαθητής του Ζήνωνα του… …   Dictionary of Greek

  • Μερσιέ, Λουί Σεμπαστιάν — (Luis Sebastian Mercier, Παρίσι 1740 – 1814). Γάλλος συγγραφέας. Γιος βιοτέχνη, έτρεφε μεγάλο θαυμασμό για τους Ντιντερό και Ρουσό, η επίδραση των οποίων εξώθησε την επαναστατικότητά του. Εκτός από το φανταστικό μυθιστόρημά του Το έτος 2440… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.